Εθνικοί Στοχασμοί (Μέρος 6)

Τρίτη, 5 Μαΐου 2020 - 17:00

Εθνικοί Στοχασμοί (Μέρος 6)

«Μόνον στις αόρατες ιδιότητες των εθνών, αυτές που είναι κρυμμένες από τους ιδικούς τους οφθαλμούς, δηλαδή στις ποιότητες που λειτουργούν ως μέσα με τα οποία τα έθνη αυτά παραμένουν εν επαφή με την πηγή της αυθεντικής ζωής, μόνον εντός αυτών θα ευρεθεί η εγγύηση του σημερινού και μελλοντικού τους πλεονεκτήματος της αρετής και της αξίας. Εάν αυτές οι ιδιότητες αμβλύνονται από την ανάμειξη και φθείρονται από την τριβή, η επιπεδότης που απορρέει θα οδηγήσει σε διαχωρισμόν από την πνευματική φύση, αυτό δε με την σειρά του θα κάνει όλους τους ανθρώπους να συγχωνευθούν μαζί, στην ομοιόμορφο και συλλογικήν τους καταστροφή.»

Ο Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε (Johann Gottlieb Fichte, 1762 –1814) υπήρξεν ιδρυτική μορφή του φιλοσοφικού κινήματος του υποκειμενικού ιδεαλισμού, το οποίον έμεινε γνωστόν ως «γερμανικός ιδεαλισμός» (αναπτυχθέν από τα θεωρητικά και ηθικά κείμενα του Ιμμάνουελ Καντ). Θεωρείται ως ο φιλόσοφος που εγεφύρωσεν τις ιδέες του προστάτη και μέντορός του Καντ, με εκείνες του επίσης μεγάλου ιδεαλιστή Χέγκελ. Επίσης ο Φίχτε υπήρξεν σπουδαίος φιλόσοφος και λόγω των ενοράσεών του περί της φύσεως της αυτοσυνειδήσεως (ή «αντιλήψεως του εαυτού»). Συνέγραψεν και σπουδαία έργα πολιτικής φιλοσοφίας, ενώ τιμάται ως ένας από τους πατέρες του Εθνικισμού, κυρίως στα ζητήματα των πολιτιστικών ιδιοτήτων και του δικαιώματος του εθνικού αυτοπροσδιορισμού.

Αρχικώς είχεν σαγηνευθεί από τα ιδανικά της Γαλλικής Επαναστάσεως, τα οποία υπεστήριζεν σφόδρα, μάλιστα αποκληθείς προς τούτον από τους πολεμίους του απαξιωτικώς «Γερμανός Ιακωβίνος». Απέρριψεν όμως τις απόψεις του αυτές μετά την εισβολήν των στρατών του Ναπολέοντος Βοναπάρτη στην λοιπή Ευρώπη (το 1804) και την κατάληψη γερμανικών εδαφών, απ’ όπου αφαιρούσαν τις πρώτες ύλες, υποτάσσοντες τους γερμανικούς πληθυσμούς στην ωμήν κυριαρχίαν τους.

[Από πλευράς ιδεολογικοπολιτικής μη φιλοσοφικής εργογραφίας του κατά την περίοδο του ιδιοτύπου ιακωβινισμού του δύο κείμενά του θεωρούνται σημαντικά : «Συμβολή στην διόρθωση των κρίσεων του κοινού περί της Γαλλικής Επαναστάσεως» («Beitrag zur Berichtigung der Urteile des Publikums über die französische Revolution», 1793) – όπου εξέφρασε δυσμενείς κρίσεις κατά των δραστηριοτήτων της ιουδαϊκής κοινότητος και έκτοτε εθεωρήθη … αντισημίτης- και το δοκίμιον «Το κλειστόν συναλλακτικόν κράτος. Ένα φιλοσοφικό προσχέδιον ως προσάρτημα της νομικής θεωρίας και δείγμα μιας μελλοντικής παραδοτέας πολιτικής» («Der geschlossene Handelsstaat. Ein philosophischer Entwurf als Anhang zur Rechtslehre und Probe einer künftig zu liefernden Politik»,1800)]

Ο Φίχτε εστήριξεν ικανόν μέρος του στοχασμού του στις προηγηθείσες ιδέες του Χέρντερ και προσεπάθησε να τις ανασυγκροτήσει με την συστηματικοτέρα προσέγγισή του. Στόχος του γερμανικού έθνους, συμφώνως προς τον Φίχτε, ήταν «να ιδρύσει μιαν Αυτοκρατορίαν πνεύματος και λογικής και να εκμηδενίσει ολοσχερώς την κτηνώδη φυσική δύναμη που κυβερνά τον κόσμο». Όπως και ο εθνικισμός του Χέρντερ, ο αντίστοιχος εθνικισμός του Φίχτε ήταν εξ ολοκλήρου πολιτιστικός και εστηρίζετο στην αισθητική, στην λογοτεχνία και στην ηθική.

Τον χειμώνα του 1807–08, αντιδρών στην κατοχή γερμανικών χωρών από τον Ναπολέοντα, εξεφώνησε στο Βερολίνον, (παρουσία και διακριτών ή μη Γάλλων κατασκόπων), δεκατέσσαρες «Λόγους -ή ομιλίες- προς το Γερμανικόν Έθνος» (Reden an die deutsche Nation), επιβάλλων στο κοινόν του την άποψην ότι η Γερμανία είναι Μία, ότι πρέπει αυτονοήτως να είναι ένα ενιαίον κράτος και εφ’ όσον δεν είναι, το οφείλει στις ραδιουργίες των εχθρών της.

Μεταξύ Δεκεμβρίου 1807 και Μαρτίου 1808, ο Φίχτε επραγματοποίησεν την προαναφερομένη σειρά διαλέξεων σχετικώς με το «γερμανικόν έθνος», τον πολιτισμόν και την γλώσσα του, προβάλλων εμφατικώς το είδος της εθνικής εκπαιδεύσεως που ήλπιζεν ότι θα ανυψώσει την Γερμανία από την ταπείνωση της ήττης της στις χείρες των Γάλλων. Επίστευεν ότι η Γερμανία θα ήταν επαρκώς ικανή να μεταφέρει τις αρετές της Γαλλικής Επανάστασεως στο μέλλον. Ο εθνικισμός του δεν διηγέρθη από την στρατιωτική ήττα και ταπείνωση της Πρωσσίας (του ισχυροτέρου γερμανικού κράτους), διότι αυτά δεν είχαν επέλθει ακόμη. Ο εθνικισμός του προέκυψεν από την πηγαίαν αφοσίωσή του στην ιδική του ανθρωπιστική φιλοσοφία. Κατόπιν της απογοητεύσεώς του από τους Γάλλους, (κατ΄αυτόν ανεπαρκείς διεκπεραιωτές και «διαστροφείς» της Επαναστάσεως), εστράφη στο γερμανικόν έθνος ως όργανον για την εκπλήρωση του μεγαλειώδους ανθρωπιστικού του οράματος.

Στους περιβοήτους αυτούς «Λόγους προς το Γερμανικό Έθνος» ο Φίχτε θεωρεί την γλώσσα και τον πολιτισμόν ως οχήματα της ανθρωπίνης πνευματικής αναπτύξεως. Χρίζει την ανόθευτον από ξένα στοιχεία γλώσσα ως την μοναδικήν εγγύηση γνησιότητος ενός Έθνους. «Τα πρώτιστα, γνήσια και πραγματικώς φυσικά σύνορα μεταξύ των κρατών είναι χωρίς αμφιβολίαν τα “εσωτερικά τους σύνορα”» (ihre inneren Grenzen), υποστηρίζει ο Φίχτε, αυτά δε ευρίσκονται στην γλώσσα. Όποιος ομιλεί την ιδία γλώσσα με τους άλλους, αυτός συνδέεται μαζί τους με ένα πλήθος φυσικών και αοράτων δεσμών οι οποίοι ευρίσκονται πέραν από κάθε ανθρωπίνη επινόηση, συναποτελεί δε μαζί τους ένα «αδιάσπαστον όλον» (unzertrennliches Ganzes).

H αντίληψη της εθνότητος ως μιας κοινότητος με δημογραφικά χαρακτηριστικά, γλώσσα, θρησκεία, και πολιτισμόν υπήρξεν προϊόν των σκέψεων του Φίχτε και υπεστήριζεν ότι, η ύπαρξη ενός έθνους δεν αποτελεί επιλογήν των μελών του, αλλά αποτέλεσμα των κοινών αυτών χαρακτηριστικών, τα οποία διεμόρφωσαν την συνείδησή τους.

Υπήρξεν λοιπόν λίαν ένθερμος Εθνικιστής, συμβάλλων με το έργον και τον στοχασμόν του στην αφύπνιση του γερμανικού λαού από τον γαλλικόν ζυγό, με τον αγώνα του να τον μετουσιώνει πράγματι σε γνήσιον σύμβολο και πρόδρομον του γερμανικού εθνικισμού. Προσεπάθησεν να διαμορφώσει μια θεμελιώδη «μεγάλη ιδέα» για το γερμανικόν έθνος, απέναντι στην στρατηγική ή στρατιωτική διαπερατότητα του γερμανικού χώρου από τους ναπολεοντείους ή άλλους στρατούς και το κληρονομικώς πολύπαθον «συνεχές» των γερμανικών εδαφών.

Ο Φίχτε έλεγεν ότι οι Γερμανοί, οφείλουν την ταυτότητά τους στην μοναδικότητα της γλώσσης τους, η οποία «..εξελίσσεται χωρίς καμιά διακοπήν από την αρχικήν εκείνη στιγμήν οπότε εγεννήθη η γλώσσα ως φυσική δύναμη». Μόνον η ελληνική, επίστευεν ο Φίχτε, ημπορεί να συναγωνισθεί την γερμανικήν, αφού και αυτή ομιλείται επί αιώνες, «χωρίς διακοπήν», αφού και αυτή «ουδέποτε εδέχθη από άλλες γλώσσες κάτι που δεν εξέφραζεν μιαν ιδικήν της αντίληψη».

Στον τέταρτον λόγον του προς το Έθνος («Η κυρίαρχη διαφορά μεταξύ των Γερμανών και των άλλων λαών τευτονικής προελέυσεως») λέγει: «Εφ όσον πρόκειται να συζητηθεί η εγγενής αξία της γερμανικής γλωσσης, τουλάχιστον μία γλώσσα της αυτής βαθμίδος, μία γλώσσα εξ ίσου αρχέγονος, επί παραδείγματι η ελληνική, πρέπει να συμπεριληφθεί στα διαλαμβανόμενα της συζητήσεως».

Στον έβδομον λόγον προς το έθνος («Μία εγγυτέρα μελέτη της αυθεντικότητος και των χαρακτηριστικών ενός λαού») λέγει : «…Έτσι αυτή η γερμανική και λίαν σύγχρονος πολιτειακή τέχνη καθίσταται δια μίαν εισέτι φοράν η λίαν παλαιά πολιτειακή τέχνη, η οποία στους Έλληνες εθεμελίωσεν την υπηκοότητα στην εκπαίδευση και εξεπαίδευσεν τέτοιους πολίτες τους οποίους ουδέποτε είδαν οι ακόλουθοι αιώνες».

Στον ένατον λόγον («Η αφετηρία η οποία πράγματι υφίσταται για την νέα εθνική γερμανικήν εκπαίδευση») αναφέρεται και πάλιν στο Έθνος μας : «Όπως συνέβη μόνον με τους Έλληνες στα αρχαία χρόνια, το κράτος και το έθνος ήσαν ακόμη χωριστά μεταξύ τους και το καθένα τους αντεπροσωπεύθη ιδιαιτέρως, το πρώτον στις συγκεκριμένες γερμανικές αυτοκρατορίες και πριγκηπάτα, το τελευταίον εμφανώς στην αυτοκρατορική ένωση, αφανώς δε, όχι συμφώνως προς έναν γραπτό δίκαιον, αλλά προς ένα ζών και ισχύον σ' όλα τα πνεύματα, με τις συνέπειές του εντυπωσιακώς παρούσες παντού, σε ένα πλήθος συνηθειών και θεσμών»

[Σημειωτέον ότι, η ίδρυση του νεοελληνικού κράτους εστηρίχθη στις διακηρύξεις του Φίχτε περί του «δικαίου του αίματος» (Jus sanguinis) και περί μιας διαπιστωσίμου «αντικεμενικής εθνικότητος». Επισημαίνεται η κομβική για την εθνικιστικήν αντίληψη άποψη του ότι : «Η ζωή του ατόμου δεν υπάρχει, καθότι δεν έχει καμίαν αξίαν από μόνη της και πρέπει να βυθισθεί στο τίποτα, ενώ αντιθέτως μόνον η φυλή υπάρχει όντως και μόνον αυτή πρέπει να θεωρείται ότι ζει πραγματικώς»]

Κατά τον Φίχτε, η γλωσσική - πολιτισμική κοινότης του Volk (Λαός, Έθνος - Γένος) θεμελιούται μεταφυσικώς ως αποκάλυψη του θείου, αλλά και ως έκφραση του υψίστου νόμου του πνευματικού κόσμου. Η πνευματική υπόσταση του Volk εκφράζει μιαν μοναδική τάξη πραγμάτων, αρρήκτως συνδεδεμένη με την ιδιαιτέρα πνευματική φυσιογνωμία της συγκεκριμένης ανθρωπίνης κοινότητος. Η γνησιότης-πηγαιότης (Ursprünglichkeit) και η ιδιοτυπία - μοναδικότης (Eigentümlichkeit) αποτελούν τις χαρακτηριστικές ιδιότητες κάθε αληθινού Έθνους, στοιχείου άλλωστε το οποίον αποτελεί για τον άνθρωπον εγγύηση επιγείας αιωνιότητος. Στην αιωνιότητα αυτήν ο άνθρωπος μετέχει μόνον αν ανήκει σε μιαν «Εθνική Ολότητα», γιατί τότε μόνον η εφήμερος ζωή του αποκτά διαχρονικόν νόημα. Στον Φίχτε ο «Λαός» (Volk) καθίσταται η απόλυτος αξία και καταλαμβάνει την θέση του Θεού.

Καταφανώς, ο Φίχτε παρείχε σημαντικές συνεισφορές στον πολιτικόν εθνικισμό στην Γερμανία. Στους «Λόγους προς το Γερμανικόν Έθνος», προέτρεψεν διαπρυσίως τους γερμανικούς λαούς να «έχουν χαρακτήρα και να είναι Γερμανοί». Ο Φίχτε απήντησεν έτσι στην κλήση του εθνεγέρτη καγκελαρίου Αυτοκρατορικού Ιππότη Ερίκου Φρειδερίκου Καρόλου φον Στάϊν (1757-1831), ο οποίος προσεπάθησε να αναπτύξει τον πατριωτισμόν, ειδικώς μεταξύ των «μορφωμένων και πολιτιστικών ελίτ του βασιλείου», ώστε να αντισταθούν στους Γάλλους. Ο Φίχτε ενετόπιζεν την «γερμανικότητα» στην αδιάκοπον συνέχειαν της γερμανικής γλώσσης, βασιζόμενος στον Ρωμαίον ιστορικό Τάκιτο, ο οποίος επήνεσε τις γερμανικές αρετές στο έργον του «Γερμανία» (Germania) και ετίμησεν τον ηρωισμόν του Αρμινίου - Χέρμαν (του Ερούσκου νικητή των Ρωμαίων στον Τευτομβούργιο Δρυμό) στα «Χρονικά» του (Annales).

Ο ρομαντισμός (τέλη 18ου-πρώτον ήμισυ 19ου αιώνος) ήσκησεν επίσης πολύ μεγάλην επίδραση στην φιλολογία περί Λαού, ενώ παραλλήλως προήγαγεν τον ποιητή - καλλιτέχνη στην κυρίαρχο θέση την οποίαν κατείχεν ο φιλόσοφος στην πλατωνική Πολιτεία. Ο ρομαντισμός ασκών σφοδρά κριτικήν κατά της «απομαγεύσεως του κόσμου» (Entzauberung der Welt), κατά της ορθολογιστικής αφαιρέσεως, κατά της ποσοτικοποιήσεως και της μηχανοποιήσεως του κόσμου, υπεστήριξεν ανειρηνέυτως πως μόνον οι θεράποντες της τέχνης ημπορούν να συλλάβουν την πραγματικότητα και να γίνουν οι εμπνευσμένοι καθοδηγητές της κοινωνίας.

[Επισημαίνεται ότι ως «απομάγευση» νοείται ο πολιτιστικός εξορθολογισμός και η κατάφωρος υποτίμηση του μυστικισμού, εμφανεστάτη στην σύγχρονο μηχανιστική και τυραννικώς ορθολογική κοινωνία. Η ιδέα της απομαγεύσεως - δανεισμένη από τον τιτάνιο στοχαστή Φρειδερίκο Σίλλερ ο οποίος περιγράφει την «εκθεωμένη» φύση στο ποίημά του «Οι Θεοί της Ελλάδος»- χρησιμοποιείται από τον μεγάλο Γερμανό κοινωνιολόγο Μαξιμίλιαν Καρλ Έμιλ Βέμπερ (Maximilian Karl Emil Max Weber,1864 –1920) για να περιγράψει τον χαρακτήρα της εκσυγχρονισμένης, γραφειοκρατικής, εκκοσμικευμένης «δυτικής» κοινωνίας, όπου η επιστημονική κατανόηση είναι μεγαλυτέρας αξίας από την πίστη και όπου οι διαδικασίες είναι προσανατολισμένες προς ορθολογικούς στόχους, σε αντίθεση με την παραδοσιακή κοινωνία, όπου κατά τον Βέμπερ: «ο κόσμος παραμένει ένας μεγάλος μαγεμένος κήπος»].

Η ποίηση ημπορεί να μην εκφράζεται αμέσως, να μην γράφεται με ιδέες, όμως ιδεολογία και αισθητική συναρθρούνται και συνυφαίνονται στο έργον των ποιητών και των διανοουμένων. Ο «Λαός» της ποιήσεως θεωρείται από τους θεράποντες της τέχνης ως ο πρώτιστος θεματοφύλαξ της γνησίας ταυτότητος του Έθνους. Ο πραγματικός ποιητής διδάσκεται από τον Λαόν του και έπειτα ομιλεί εξ ονόματος του Λαού. Θεωρεί ότι ταυτίζεται μαζί του συστήνεται δε και ο ίδιος ως «Λαός».

Η ανθρωπίνη Κοινωνία θεωρουμένη ως «Λαός» - «Έθνος» και η Ιστορία επέβαλαν πράγματι μια νέαν οντολογία μετά την Γαλλική Επανάσταση, προσλαμβάνουσες την θέση του «προσωπικού» χριστιανικού θεού, ενώ οι ποιητές ήρχισαν λειτουργούντες ως οι μεμυημένοι ιεροφάντες του Λαού και της Ιστορίας. Πρόκειται για μια πνευματική και ηθική σχοινοβασία, πραγματικώς επικίνδυνο, ιδιαιτέρως όταν ο ποιητής αποκομμένος από τον κόσμον της εμπειρίας, επιδιώκει να εκφράσει μέσω της τέχνης του ιδέες και ιδεολογήματα. Αρχής γενομένης με τον θελκτικό και σαγηνευτικό ρομαντισμόν του 19ου αιώνος, το ρομαντικόν «Εγώ» του εμπνευσμένου ποιητή καταλαμβάνει την θέση του θεού - δημιουργού, λειτουργούν αυθαιρέτως και αντιθέτως προς την οία πραγματικότητα της οίας εμπειρίας. Σε αυτήν την περίπτωση ο ποιητής παίζει τον ρόλον που διαδραματίζει στον πλατωνικόν Τίμαιον ο Θεός - Δημιουργός (τεχνίτης).

[Ο Τίμαιος επισημαίνει ότι αφού τίποτα «δεν γίνεται ή αλλάζει» χωρίς αιτία, τότε η αιτία του σύμπαντος πρέπει να είναι ένας Δημιουργός ή ένας Θεός, ένα πρόσωπον στο οποίον ο Τίμαιος αναφέρεται ως «ο πατήρ και δημιουργός του σύμπαντος». Δεδομένου δε ότι το σύμπαν είναι άρτιον, ο Δημιουργός πρέπει να έχει κοιτάξει το αιώνιο πρότυπο για να το κατασκευάσει και όχι ένα ευπαθές και ελλειπές πρότυπο (29α). Ως εκ τούτου, χρησιμοποιών τον αιώνιον και τέλειον κόσμο των «μορφών» ή ιδεών ως πρότυπον, εξεκίνησε να δημιουργεί τον κόσμο μας, ο οποίος στο παρελθόν υπήρχε μόνον σε μια κατάσταση αταξίας.]

Η Γενεά του Τριάντα ανέλαβε κάποτε το δυσχερέστατον έργο να αποδώσει, να ιχνοθετήσει, να εκτυπώσει στο πεδίον της τέχνης την Ελληνικότητα. Ανέλαβε να σηκώσει στους απαιδεύτους ώμους της τον ατλάντιο φόρτο της συντετριμμένης «Ελλάδος των 7 θαλασσών και 2 ηπείρων» που μετηλάσσετο και πάλιν σε «Ψωροκώσταινα». Σε μιαν εποχή ανελέητο και συνεχώς τρικυμιώδη (μετά την Μικρασιατική Καταστροφή : Μεσοπόλεμος - Β' Μεγάλος Πόλεμος - Εμφύλιος - Μετεμφυλιακή Περίοδος) η γενεά αυτή απέδωσε με τα μέσα της τέχνης έναν νεόδμητο και φιλόδοξον ορισμόν της Ελληνικής Ταυτότητος. Ο ορισμός αυτός εβασίσθη σε έναν τολμηρόν διάλογο με την Παράδοση, ο οποίος κατέληξεν στην επανίδρυση, στην τεχνητή αναβίωση της Παραδόσεως με συγχρόνους όρους.

Οι «λεγάμενοι» τεχνίτες, οι «μάστορες» (έτσι ακριβώς αποκαλούν τους εαυτούς τους ο Σεφέρης και ο Ελύτης) έκτισαν επιμελώς το ισχυρόν φάτνωμα της νεοελληνικής ταυτότητος, προσπαθούντες να διασώσουν εντός του ηνωμένη την καθημαγμένη από τους πολέμους, την καταματωμένη, χωρισμένη ιδεολογικώς και ταρασσομένη πολιτικώς νεοελληνική κοινωνία. Όπως οι ίδιοι διαβεβαίωναν, τα «υλικά» τους δεν ήσαν αφηρημένες ιδέες, αλλά προήρχοντο από την ζωντανή Παράδοση του Λαού και από τα συστατικά στοιχεία του ελληνικού τοπίου. Το κατασκεύασμα της τέχνης τους απεδείχθη μεν απολύτως ανθεκτικόν, αλλ΄ όμως δεν εμεγάλωσεν ποτέ. Αντέσχεν στην πλημμύρα των ιδεολογιών της μεσοπολεμικής εποχής. Αντέσχεν στην καταστροφική πυρκαϊά της «νεωτερικής» αισθητικής φρενίτιδος με μικρές ζημιές. Σήμερον φαίνεται πως το κατασκεύασμά τους μάλλον παρέμεινεν επί μακρόν αφρόντιστο από τους ανικάνους επιμελητές του, ερράγη πολλαπλώς και πλημμυρίζει ολούθε, παρ’ ότι στέκει ακόμη ορθό στον μεταπολιτευτικόν βόρβορο, έχον εκπληρώσει την αποστολήν του. Έτσι ημπορούμε να ειπούμε αδεκάστως ότι πλέον είναι άξιον μέρος της Εθνικής Παραδόσεως.

Η Γενεά του Τριάντα έσβησε βιολογικώς, οπότε έχει οριστικώς αποχωρήσει από το προσκήνιον. Επίσης ο «Κανών της Ελληνικότητος» τον οποίον διεμόρφωσεν αμφισβητείται σήμερον από πολλές πλευρές. Οι καθεστωτικοί ιστορικοί και οι κοινωνιολόγοι εντοπίζουν στον κανόνα αυτόν … «εθνικίζοντα ιδεολογήματα» και τον σπαράζουν, οι μεν ως πειναλέα όρνεα οι δε ως ανηλεείς ύαινες.

Οι αστοί και οι μαρξιστές «διανοούμενοι» κολυμβούν μεν στα απόνερα της Γενεάς του Τριάντα, μηρυκάζοντες όμως συχνότατα επιτηδευμένες σκληρές κριτικές εις βάρος της. Τα χυδαία και αγοραία ΜΜΕ αντιμετωπίζουν ως παρωχημένο και συνάμα αξιοπρόσεκτο μουσειακόν είδος τις υποθήκες της ή τις διαστρέφουν απροκαλύπτως, κατασκευάζοντα μια φαύλη και συγχυτική, κακόγουστη φολκλορική εικόνα της δήθεν «νεοελληνικής ταυτότητος», κατάλληλη για τουριστική και ευτελή συναλλακτική χρήση.

Ο Λαός, ο οποίος για την συγκεκριμένη πνευματικήν γενεά ελειτούργησεν τουλάχιστον ως σύμβολον Εθνικής Ενότητος, έχει υποστεί σήμερον μιαν αλγεινή, καταναλωτική αηδή «οχλοποίηση», έναν εξαγελισμό, ως συνέπειαν του ακράτου «δούναι-λαβείν» του αργυρωνήτου λαϊκισμού των πολιτικάντηδων «τσοπάνων» του. Ο Λαός, (που κατήντησε … μαρξιστικό νομοτελειακό περίτριμμα της μεταψυχροπολεμικής παγκοσμιοποιήσεως) έρπει δίχως όραμα μέσα στην άθλια αρένα του μεταπολιτευτικού δημοσίου θεάματος και της ψευδοπολιτικής ρητορικής της κρατούσης «πρασινέρυθρης» ή ενίοτε «γλυκερογαλάζιας» ... ψευδοεπαναστατικής αριστεράντζας.

Συνεπώς η ζωτική ανάγκη ενός δυναμικού αναπροσδιορισμού της Εθνικής Ταυτότητός μας, φαίνεται ότι προβάλλει και πάλιν, λίαν επιτακτικώς, στις κρίσιμες ημέρες μας, πολύ εντονότερον από ότι στην Γενεά του Τριάντα. Τώρα, εμείς οι Εθνικιστές, με σέβας προς το έργον της, γνωρίζουμε σαφώς και πλήρως τους ελλειμματικούς δισταγμούς, την ματαία επιφύλαξη λόγω δήθεν «ακρότητος» και τις ευχολογιακές εμμονές της για «ελληνική συμφιλίωση» (εμμονές που κατεξέσκισε ο επακολουθήσας «Εμφύλιος»).

Γνωρίζουμε λοιπόν πως και προς ποίαν κατεύθυνση να αναζητήσουμε τις πνευματικές διεξόδους προς την αναγκαία Εθνική Αναγέννηση και την επιβεβλημένη Κοινωνική Ανασυγκρότηση του Λαού μας, οδηγημένοι «από του Ελληνισμού το Φώς»!

Αθανάσιος Κωνσταντίνου