Περί Σπένγκλερ (Μέρος 8β)

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2020 - 10:10

Περί Σπένγκλερ (Μέρος 8β)

«Παρακμή της Δύσεως», ομοιότητες και αντιθέσεις της με την σύγχρονο ιστοριονομία, την παραδοσιακήν αντίληψη και την ουτοπική μυθιστοριογραφία.

(Τμήμα δεύτερον)

Αποπειρώμενοι να ιχνηλατήσουμε την ανάπτυξη της φιλοσοφίας της ιστορίας πρέπει ασφαλώς να συνεξετάσουμε τις πρώτες συλλογές παγκoσμίου ιστορίας που εμφανίζονται στον εικοστόν αιώνα και στους πρώτους φιλοσόφους της ιστορίας, στον Όσβαλντ Σπένγκλερ και στον Άρνολντ Τζόζεφ Τόϋνμπη (Arnold J. Toynbee, 1889-1975).

Ο Σπένγκλερ επίστευεν ότι εισήγαγεν στην ιστορία μια «κοπερνίκειον» επανάσταση, αντικαθιστών το παλαιόν σύστημα που περιέστρεφε τους μεγάλους πολιτισμούς γύρω μας, με ένα άλλο, στο οποίον η Δύση εκτοπίζεται από το κυρίαρχον κέντρο, για να καταλάβει την θέση της επί ίσοις όροις, μαζί με την Αρχαιότητα, την Βαβυλώνα, την Κίνα, την Αίγυπτο, τον αραβικόν πολιτισμό και τον προκολομβιανό πολιτισμό του Μεξικού. Ποία είναι η «θύρα του θανάτου» μέσω της οποίας έχουν εξαφανισθεί τόσοι πολλοί πολιτισμοί κατά την διάρκειαν της ιστορίας; Η Δύση ενέχει και το τέλος της; Ιδού το ενοχλητικόν ερώτημα το οποίον οδήγησεν τον Τόϋνμπη να σχεδιάσει το εκτεταμένο γενικόν του περίγραμμα που ονομάζεται «Σπουδή της Ιστορίας».

Ο Τόϋνμπη υπήρξεν διάσημος Άγγλος ιστορικός και φιλόσοφος της ιστορίας. Θεωρείται μια από τις σημαντικότερες πνευματικές φυσιογνωμίες του εικοστού αιώνος. Μάλιστα έχει χαρακτηρισθεί «Θουκυδίδης του 20ου αιώνος». Εγεννήθη στο Λονδίνο από πατέρα ιστορικό και μητέρα ανήκουσα στην πρώτη γενεά των πανεπιστημιακών γυναικών. Ανετράφη συμφώνως προς τις αρχές της κλασσικής ελληνολατινικής παιδείας, γεγονός που συνετέλεσε στο να διατηρεί μείζονα βαθύ θαυμασμόν προς τον ελληνορωμαϊκόν πολιτισμό και τα επιτεύγματά του. Εχρησιμοποίει πολιτισμικά πρότυπα του ελληνορωμαϊκού κόσμου ως παραδείγματα διεθνών πολιτισμικών προτύπων και για τον λόγον αυτόν συνήντησε την σφοδρά κριτική της νεωτέρας ιστορικής ερεύνης. Είναι κυρίως γνωστός από την δωδεκάτομον «Σπουδή της Ιστορίας», στην οποίαν προέτεινε μια φιλοσοφία της ιστορίας, βασισμένη στην ανάλυση της κυκλικής αναπτύξεως και παρακμής των πολιτισμών από την αρχαιότητα έως σήμερον.

Εσπούδασεν κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και για σύντομο χρονικόν διάστημα υπηρέτησεν στην «Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών». Το 1912 έγινε καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας στο Κολέγιον Μπέιλιολ και το 1915 ήρχισε να εργάζεται για λογαριασμόν της MI6-της διαβοήτου «Μυστικής Υπηρεσίας Πληροφοριών» (Secret Intelligence Service) του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών !

Αφού έλαβεν μέρος ως αντιπρόσωπος στην «Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων» (1919), εδιορίσθη καθηγητής «Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών» στο Πανεπιστήμιον του Λονδίνου. Κατά τη διάρκεια του Ελληνοτουρκικού Μικρασιατικού Πολέμου, υπήρξεν ανταποκριτής μιας εφημερίδος (και προφανώς μυστικός πράκτωρ !). Το 1923 του επροτάθη από τον Κεμάλ Ατατούρκ Πασά η θέση του καθηγητή ιστορίας στο Πανεπιστήμιον της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά εκείνος την απεποιήθη.

Το 1925 έγινε καθηγητής - ερευνητής της Παγκοσμίου ιστορίας στην Σχολή Οικονομικών Επιστημών του Λονδίνου και διευθυντής Σπουδών στο «Βασιλικόν Ίδρυμα Διεθνών Υποθέσεων». Παραλλήλως, κατά την περίοδον 1943-46, είχεν αναλάβει την διεύθυνση του αρχειακού και ερευνητικού τμήματος του Υπουργείου Εξωτερικών της Αγγλίας. Υπήρξεν μέγας ελληνολάτρης και επεσκέφθη πλειστάκις την χώρα μας.

Το έργον και οι ιδέες του: Ο Τόϋνμπη ενεπνεύσθη την «Σπουδή της Ιστορίας», (εξεδόθη στο διάστημα 1934-61), το 1922, όταν είδε τους Βουλγάρους χωρικούς να φορούν σκούφους παρομοίους με εκείνους που, συμφώνως προς την περιγραφήν του Ηροδότου, έφεραν οι στρατιώτες του Ξέρξη. Το περιστατικόν αυτό είναι αποκαλυπτικόν για τον τρόπον με τον οποίον αντεμετώπιζε την ιστορικήν συνέχεια, καθώς και για την εξαιρετικήν ευρυμάθεια και παρατηρητικότητά του, γνωρίσματα που εχάρισαν στο έργον του έναν εντελώς ιδιαίτερον χαρακτήρα.

Επεχείρησεν να αποφύγει τα σφάλματα και τις ατέλειες των προγενεστέρων ιστοριογράφων και ιδιαιτέρως όσων είχαν επηρεαστεί από θεωρίες οικονομικής αιτιοκρατίας είτε εθελοτυφλούντος εθνικισμού. Για τούτο και αντικείμενο της μελέτης του δεν ήσαν μεμονωμένα έθνη, αλλά η ιστορία ορισμένων ιδιομόρφων και κλειστών πολιτισμών. Μελετών 26 πολιτισμούς (21 που ήσαν ήδη γνωστοί στους ιστορικούς και άλλες 5 «απολιθωμένες» κοινωνίες), διετύπωσεν γενικά συμπεράσματα σχετικώς με την καταγωγή, την ανάπτυξη, την φύση και την κατάρρευση των πολιτισμών. Αυτοί είναι: ο αιγυπτιακός, των Άνδεων, ο προκινεζικός, ο μινωικός, των Σουμερίων, των Μάγιας, του Γιουκατάν, ο μεξικανικός, των Χετταίων, ο ισλαμικός, ο της Άπω Ανατολής, ο προϊνδικός, ο ινδικός, ο ελληνικός, ο κυρίως χριστιανικός ορθόδοξος και ο χριστιανικός ορθόδοξος με παραφυάδα τον ρωσικό, ο δυτικός. Έρχονται μετά οι γενικώς οριζόμενοι με (αποτυχημένες) γενικευτικές ορολογίες που είναι : ο χριστιανικός πολιτισμός της Άπω Δύσεως, ο χριστιανικός πολιτισμός της Άπω Ανατολής και ο σκανδιναβικός.

Εξέφρασεν την άποψη ότι, υπάρχουν επαφές και σχέσεις ανάμεσα σε πολλούς από τους ιδιαιτέρους αυτούς πολιτισμούς, ιδιαιτέρως δε, διαπιστούται επίδραση των μεγάλων θρησκειών (π.χ. Βουδισμού, Χριστιανισμού, Ισλάμ κτλ.) πολύ ευρύτερον από τον χώρον της αρχικής τους προελεύσεως και κοιτίδος.

Πυρήνα των ιστορικών θέσεών του Τόϋνμπη αποτελούν οι εξής αρχές:

- Οι πολιτισμοί γεννώνται μέσω δοκιμασιών στις οποίες υποβάλλονται οι φορείς τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την πρόκληση των συνθηκών, όχι τόσον του περιβάλλοντος και της φυλής, όσον των συνθηκών που δημιουργούνται από τις στρατιωτικές επιθέσεις, την δουλεία και την ανάγκη για κατάκτηση νέων εδαφών. Δεν είναι το ευνοϊκόν, αλλά το αντίξοον περιβάλλον που ενεργοποιεί δημιουργικές δυνάμεις. Η άνοδος του πολιτισμού σημαδεύεται από την εφευρετικήν αντιμετώπιση νέων και ανωτέρων προκλήσεων. Η κοινωνία επιλύει ζωτικά οργανωτικά προβλήματα και έτσι απελευθερώνονται διανοητικές και ψυχικές δυνάμεις για την διάπλαση και την έκφραση της ανθρωπίνης προσωπικότητος. Η στροφή στην παραγωγή πνευματικών αγαθών και όχι η υλική ευρωστία είναι το γνώρισμα ενός ανερχομένου πολιτισμού.

- Περιγράφων την ανάπτυξη και την φύση των πολιτισμών, αναγνωρίζει ότι οι μεγάλοι ήρωες καθορίζουν την πορείαν της ιστορίας. Διατυπώνει μια θεωρία «απομακρύνσεως και επανόδου», αναφέρων τον Μωυσή, τον Ιησού, τον Μωάμεθ, τον Απόστολον Παύλο, τον Βούδα και άλλες μεγάλες προσωπικότητες, οι οποίες αρχικώς απεσύρθησαν από τον κόσμο και στην συνέχεια επέστρεψαν για να προσηλυτίσουν τις δημιουργικές μειονότητες των εκλεκτών (ελίτ), οι οποίες με την σειρά τους επηρέασαν ολοκλήρους πολιτισμούς.

- Η κινητήριος δύναμη των πολιτισμών είναι οι εκλεκτοί, μια «δημιουργική μειοψηφία», φορεύς μιας μυστικιστικής «ζωτικής εξάρσεως». Ανταποκρίνεται με επιτυχίαν στα διάφορα ιστορικά «καλέσματα» και «αναγκάζει» την «αδρανή πλειοψηφία», την «παθητική μάζα» να την ακολουθεί, μέσα από τον μηχανισμόν της μιμήσεως, γοητευμένη από το παράδειγμα χαρισματικών ηγετικών ομάδων. Η ιδιομορφία αυτών των «καλεσμάτων» και «ανταποκρίσεων» προσδιορίζει τον ειδικόν χαρακτήρα κάθε πολιτισμού, την ιεραρχίαν των κοινωνικών αξιών και την φιλοσοφικήν αντίληψη σχετικώς με το νόημα της ζωής.

Ο Τόϋνμπη διευκρινίζει ότι πρέπει να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στους «δυνάμει εκλεκτούς» και στους «πραγματικούς εκλεκτούς». Υποθέτει ότι ο αριθμός των προσωπικοτήτων που είναι προικισμένες με εξαιρετικήν δημιουργικήν δύναμη, είναι ομοιομόρφως διαμοιρασμένες σε όλες τις εποχές, τις περιοχές της γης και τις κοινωνικές τάξεις. Οι πραγματικοί όμως εκλεκτοί είναι ένα μικρόν μέρος των εν δυνάμει, που ευρίσκουν σε ένα ορισμένο κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό ή θρησκευτικό πλαίσιον, την πραγματική ευκαιρία ώστε να επιδράσουν επί της υπολοίπου κοινωνίας.

Υποστηρίζει ότι οι πολιτισμοί καταρρέουν επειδή πίπτουν θύματα της «νεμέσεως της δημιουργικότητος». Η «δημιουργική μειοψηφία των εκλεκτών» μετατρέπεται σε «κυρίαρχη μειονότητα των εκλεκτών», από την στιγμήν που θα χάσει την δημιουργικότητά της, που το παράδειγμά της δεν θα αρκεί πλέον ώστε να κοινωνικοποιήσει το πλήθος, οπότε θα καταφύγει στην βία για να διατηρήσει την εξουσία της.

Ακολουθούν εσωτερικές και εξωτερικές αναταραχές οι οποίες ορίζουν συνεργικώς το τέρμα του πολιτισμού. Όμως γίνεται φανερόν ότι, ο θάνατος μιας πολιτισμικής κοινότητος δεν είναι εκμηδένιση, αλλά απαρχή μιας παλιγγενεσίας. Κατά τον Τόϋνμπη, η ιστορική εμπειρία επαληθεύει, την χριστιανικήν θεωρία της Αναστάσεως!

Ησχολήθη επίσης κατά πολύ με τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα της καπιταλιστικής Δύσεως. Συμφώνως προς αυτόν η διέξοδος από την επερχομένη σύγκρουση Δύσεως – Τρίτου Κόσμου και από τις βαθείες αντιθέσεις του παγκοσμίου συστήματος, ευρίσκεται στον δρόμον της πνευματικής ανανεώσεως. Η Δύση πρέπει να ανακαλύψει εκ νέου μιαν παγκόσμιο, ενιαία, συγκριτική θρησκεία του μέλλοντος, εάν θέλει να επιβιώσει!

Μεταξύ των λοιπών έργων του διακρίνονται ιδιαιτέρως: «Ελληνικός πολιτισμός και χαρακτήρ: Η αυτοαποκάλυψη της Αρχαίας Ελλάδος» - 1924, «Ο πολιτισμός σε δοκιμασία»-1948, «Από την Ανατολή στην Δύση.Ένα ταξείδι γύρω από τον κόσμο»-1958, «Ελληνισμός : Η ιστορία ενός πολιτισμού»-1959, «Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος και ο κόσμος του»-1973, «Οι Έλληνες και οι κληρονομίες τους»-1981 μεταθανατίως.

Η αυστηρά κριτική που ησκήθη κατά του Τόϋνμπη επικεντρούτο σε δυο κυρίως σημεία: Το πρώτον ήταν ότι ετεκμηρίωνε τις απόψεις του με την βοήθειαν μυθολογικών και μεταφορικών στοιχείων, στα οποία απέδιδε την ιδία αξία με τα γεγονότα. Το δεύτερον αφεώρα την γενικήν θέση του για την άνοδον και την πτώση των πολιτισμών, όπου έδιδεν υπερβολικήν βαρύτητα στον δρόμο της θρησκείας ως αναγεννητικής δυνάμεως. Εν τούτοις, το έργον του επηνέθη ως πρωτοπόρος απάντηση στην μανιώδη τάση της διαρκώς αυξανομένης «εξειδικεύσεως» η οποία χαρακτηρίζει την νεωτέραν ιστορική έρευνα (καθώς και όλα σχεδόν τα επιστημονικά γνωστικά πεδία), οδηγούσα σε γενικήν άγνοιαν, πνευματική μονομέρεια και «πολιτικήν ορθότητα» τους επιστήμονες.

[Αποσπάσματα από ένα σημαίνον και λίαν περιεκτικόν άρθρον του Τόϋνμπη:

«Πώς βλέπω την Ιστορία» “...Πάνω απ’ όλα ωσάν αδιάσπαστο σύνολο και όχι ωσάν μια συσσώρευση ασυνδέτων μεταξύ τους επεισοδίων....Ωσάν κάτι που έχει νόημα και όχι ωσάν ένα παραμύθι δίχως καμίαν σημασία. ...Για εμένα η ιστορία είναι ένα μία από τις κλείδες του μυστηρίου του σύμπαντος και ως άνθρωπος δεν ημπορώ παρά να δοκιμάσω να διεισδύσω σε αυτό το μυστήριον, μολονότι αναγνωρίζω, ότι όταν θέτω τα βασικά ερωτήματα για το σύμπαν και την θέση του ανθρώπου σε αυτό, δε θα ημπορέσω να φθάσω σε εξακριβώσιμες απαντήσεις... Όταν κανείς βλέπει κάτι ως σύνολον, το βλέπει και ωσάν να έχει μια μορφήn ή έναν ρυθμόν, εφ’ όσον είναι κάτι ζωντανό και κινούμενο...Η ανθρωπίνη ιστορία είναι ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο δίκτυον σχέσεων μεταξύ των ανθρωπίνων όντων...

Η ουσία της ανθρωπίνης ιστορίας ευρίσκεται στις μεταξύ μας σχέσεις για το καλύτερο και για το χειρότερον. Η τραγωδία των ανθρωπίνων πραγμάτων έγκειται στο ότι είχαμε λαμπρά επιτυχία στην προσπάθεια υποταγής της μη ανθρωπίνης φύσεως, αλλά σχετικήν αποτυχία στην πολύ σημαντικοτέρα ανθρωπίνη προσπάθεια αρμονικής συμβιώσεως. Ενώ επεταχύνθη η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας, το χάσμα μεταξύ των διανοητικών και των ηθικών επιτευγμάτων του ανθρώπου διευρύνετο, έως ότου σήμερον αυτή η ασυμφωνία απειλεί το ανθρώπινον είδος με αυτοκαταστροφή...

Για τον λόγον αυτόν πιστεύω ότι η αγάπη είναι η κλεις τόσον για την κατανόηση του παρελθόντος, όσον και για την δημιουργία του μέλλοντος των ανθρώπων. Βλέπω το παρελθόν ως ένα αγώνα της αγάπης, για να παρακινήσει την ζωή να ακολουθήσει την οδόν της αγάπης. ...Η αγάπη είναι θεότης...Ο αγών μεταξύ του Καλού και του Κακού δεν παύει ποτέ και το αποτέλεσμά του δεν είναι ποτέ αποφασιστικόν... Το μόνον για το οποίον ημπορούμε να είμεθα βέβαιοι είναι ότι οι άνθρωποι που ακολουθούν την οδόν της αγάπης είναι απολύτως ολοκληρωμένοι."]

Σχεδόν την ιδίαν στιγμή που ο ενεργός σοσιαλιστής και πασιφιστής Άγγλος συγγραφεύς Χέρμπερτ Τζωρτζ Γουέλς (Herbert George Wells, 1866 –1946) το 1922 ανεδημοσίευσεν το προ διετίας συγγραφέν «Περίγραμμα της ιστορίας» (1920), (αναθεωρηθέν, με τίτλον «Η όλη ιστορία του ανθρώπου» ή «Η απλή ιστορία της ζωής και της ανθρωπότητας»), ήλθεν στο φως και το έργον του Όσβαλντ Σπένγκλερ, «Η Παρακμή της Δύσεως», που εγράφη εκείνην την στιγμήν η οποία οριοθετεί τον Πρώτο Μεγάλο Πόλεμο. Στην παράδοση της σκέψεως ο πολύς Σπένγκλερ ενώνει και εγκολπώνει την εμπειρία, (μάλιστα θα ημπορούσαμε να ειπούμε αδιστάκτως την τραυματικήν εμπειρία), της πρώτης γενικευμένης ευρωπαϊκής αντιπαραθέσεως, στην σύλληψη αυτού του σπουδαίου έργου.

Το μεγαλείον αυτού του νέου τρόπου αντιλήψεως της ιστορίας είναι ότι, οι πολιτισμοί που υπήρξαν στην γη ηκολούθησαν πανομοιότυπα χαρακτηριστικά στον ρυθμόν της εξέλιξεώς τους, έχουν συμπεριφερθεί ως ζωντανοί οργανισμοί, οι οποίοι βιώνουν γέννηση, αύξηση ή ανάπτυξη, παρακμή και τελικώς τον θάνατον.

«Οι βασικές έννοιες για κάθε τί οργανικόν, όπως η γέννηση, ο θάνατος, η νεότης, το γήρας, η διάρκεια ζωής, έχουν άραγε σε αυτόν τον κύκλο ένα αυστηρό νόημα πού κανείς δεν έχει αποκαλύψει ακόμη; Μήπως, εν ολίγοις, στην βάση όλης της ιστορίας υπάρχουν γενικές βιογραφικές πρώτες μορφές;»

Τα πλαίσια της νυν «Δύσεως»: Ένα «παλλόμενον» αίτημα που έχει την πλέον άμεσον εφαρμογήν του στον Δυτικό μας πολιτισμό : «Έλληνες και Ρωμαίοι - έτσι ξεχωρίζει το πεπρωμένο που συνετελέσθη ήδη για εμάς από το μελλούμενο, καθώς θα ημπορούσαμε και θα έπρεπε να είχαμε εύρει στην «αρχαιότητα» μιαν εξέλιξη που θα αποτελεί το ακριβές αντίστοιχον της ιδικής μας, της δυτικοευρωπαϊκής, διαφορετική μεν σε κάθε λεπτομέρειαν της επιφανείας, αλλά εντελώς ιδία στην εσωτερικήν της τάση πού οδηγεί τον μεγάλον οργανισμό στην τελείωσή του.»

Ακόμη και σε ένα συγκεκριμένο σημείον της αναπτύξεως του οργανισμού είναι δυνατόν να προβλεφθεί η τύχη που μας περιμένει στις επόμενες δεκαετίες, καθώς είναι δυνατόν να προβλεφθεί, επί παραδείγματι, ότι ο θάνατος ενός φυτού συμβαίνει μόνον κατά τέλος του ζωικού κύκλου του, συμφώνως προς το αφανώς προδιαγεγραμμένο πεπρωμένον του. Με τον τρόπον αυτόν, εάν ήταν δυνατόν να «συμπυκνωθεί» το δρώμενον, όπως στον κινηματογράφο, που αποδίδει μια διαδικασίαν εκατοντάδων ετών μέσα σε ολίγα λεπτά, θα βλέπαμε τον πολιτισμό μας να εξελίσσεται με ταχείς ρυθμούς, όπως και οποιονδήποτε άλλον που προϋπήρξεν, και να πεθάνει ταχέως εντός ολίγων στιγμών.

Τις περιόδους μέσω των οποίων διέρχονται οι ιστορικοί οργανισμοί και οι οποίες ονομάζονται πνευματικοί ή τεχνικοί πολιτισμοί, ο Σπένγκλερ τις συνθέτει σε μερικές εικόνες αντιστοιχούσες στις εποχές του «πνεύματος», της «τέχνης» και της «πολιτικής». Με αυτήν την έννοιαν αν περάσουμε με μια ματιά ολόκληρο το πεπρωμένον του πολιτισμού μας, θα γνωρίσουμε ευχερώς σε ποίαν περίοδο αναπτύξεως ή αποσυνθέσεως είμεθα, καθώς και ποίον είναι για εμάς το μέλλον. «Αντί της μονοτόνου εικόνος μιας καθολικής ιστορίας σε μιαν ευθείαν γραμμήν, η οποία διατηρείται μόνον επειδή κλείνουμε τους οφθαλμούς μας εμπρός στον συντριπτικό αριθμόν γεγονότων, βλέπω το φαινόμενον των πολλαπλών πολιτισμών οι οποίοι ανθίζουν με κοσμική σφριγηλότητα στην καρδία της γης. Ο καθείς από αυτούς τους πνευματικούς πολιτισμούς αποτυπώνει το θέμα του, το οποίον είναι ο άνθρωπος, με την ιδικήν του μορφήν, ο καθείς έχει την ιδικήν του εκδοχήν, τα πάθη του, την ιδικήν του ζωή, την θέλησή του, το αίσθημά του, τον ιδικόν του θάνατο».

Σε αυτό το πλαίσιον, ημπορούμε να εξετάσουμε την ιδίαν την «Παρακμήν της Δύσεως», θεωρουμένη και ως μια λογική συνεπαγωγή, ως πληρότητα και τέλος ενός πνευματικού πολιτισμού, εν συντομία ως «τεχνικόν πολιτισμόν» ! Αυτή είναι η έννοια του «τεχνικού πολιτισμού» την οποίαν ο Σπένγκλερ συνταυτίζει με το τέλος όλων των πνευματικών πολιτισμών και την συναρθρώνει με την παρουσία ενός ρηξικελεύθου τύπου ανθρώπου:

«Συχνά εμφανίζεται αυτός ο τύπος ανθρώπων με ισχυρό πνεύμα και πλήρη απουσία μεταφυσικής. Στις χείρες τους ευρίσκεται η πνευματική και υλική τύχη κάθε οψίμου περιόδου. Αυτοί επραγματοποίησαν τον βαβυλωνιακόν, αιγυπτιακόν, ινδικόν, κινεζικόν, ρωμαϊκόν ιμπεριαλισμό. Σε τέτοιες έποχές έχουν ωριμάσει ο βουδισμός, ο στωικισμός και ο σοσιαλισμός ως οριστικές ψυχικές διαθέσεις του κόσμου, που ημπορούν νά καταλάβουν πάλιν -σε ολόκληρο τήν ουσία του- έναν ανθρώπινο τύπο ο οποίος σβήνει και να τον αναμορφώσουν. Ο καθαρός τεχνικός πολιτισμός ως ιστορική διαδικασία συνίσταται σε μια σταδιακή αποδόμηση νεκρών μορφών που έχουν καταστεί πλέον μή οργανικές.

Έτσι, αντί ενός λαού γεμάτου μορφές, που αναπτύσσεται στην ιδίαν γη, ο χυδαίος και έκφυλος διανοητικός νομάς παρουσιάζεται στην τελευταία σκηνή του λυκόφωτος. Ο κάτοικος της μεγάλης πόλεως, ένας άνθρωπος σαφώς προσεκτικός στα γεγονότα, ένας άνθρωπος χωρίς παράδοση, που εμφανίζεται σε μια μάζα κυμαινομένων αναφορών, άνθρωπος χωρίς θρησκεία, ευφυής, μη παραγωγικός, που έρχεται με μια βαθιά αποστροφή στην γεωργική ζωή - και την ανωτέρα μορφή της, την αγροτική αριστοκρατία - ένας άνθρωπος που αντιπροσωπεύει ένα γιγαντιαίον βήμα προς το ανόργανο, προς το τέλος».

Στην πολιτική ζωή τα μεγάλα κόμματα μόνον επιφανειακώς ευρίσκονται πράγματι στο επίκεντρον των μεγάλων αποφασιστικών ενεργειών: «Αποφασίστε ότι, ένας μικρός αριθμός ικανοτέρων νοών, τα ονόματα των οποίων δεν είναι ίσως τα πλέον γνωστά, αυτήν την στιγμήν αποφασίζουν για τα πάντα, ενώ η μεγάλη μάζα των πολιτικών δευτέρας σειράς, ρήτορες και λαοπρόβλητοι εκπρόσωποι των πληβείων, βουλευτές και δημοσιογράφοι, επίλεκτοι επαρχιακού ορίζοντος, καλλιεργεί προς τα κάτω την ψευδαίσθηση αυτοδιαθέσεως τού λαού».

Αυτή ήταν η εικών του 20ου αιώνος που μας εζωγράφισεν ο ωμός και ρεαλιστής Σπένγκλερ, εικών αδιακόπως επικεντρωμένη στην πλέον πολύπλοκον μορφή της φρενήρους κορυφώσεως, στον «ιμπεριαλισμό».

Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα φαινόμενον που, συμφώνως προς τον Σπένγκλερ, υπήρξεν το τυπικόν σύμβολο των προσφάτων ετών. «Παράγουν απολιθώσεις όπως οι αιγυπτιακές, κινεζικές, ρωμαϊκές, ινδικές, ισλαμικές αυτοκρατορίες που υπομένουν αιώνες και αιώνες, διερχόμενες από τις χείρες του ενός κατακτητή στον άλλον, νεκρά σώματα, άμορφες μάζες ανθρώπων, άψυχες μάζες, παλαιά και φθαρμένα υλικά μιας μεγάλης ιστορίας. Ο ιμπεριαλισμός είναι καθαρός πολιτισμός, η μοίρα της Δύσεως τον καταδικάζει ανεπανορθώτως, να αναλάβει την ιδία πτυχή: ο πνευματικώς καλλιεργημένος άνθρωπος κατευθύνει την ενέργειάν του προς τα έσω, ο τεχνικώς πολιτισμένος, προς τα έξω».

Μη λησμονείτε τον τρόπο που περιγράφει πως ήσαν οι Ρωμαίοι σε σχέση με τους Έλληνες: «Χωρίς ψυχή, χωρίς φιλοσοφία, χωρίς τέχνη, ζώα μέχρι κτηνωδίας, χωρίς δισταγμούς, εν αναμονή της υλικής επιτυχίας, οι Ρωμαίοι ευρίσκονται ανάμεσα στον ελληνικόν πολιτισμό και στο τίποτα».

Αυτό είναι και το άμεσον μέλλον που μας περιμένει συμφώνως με τις προβλέψεις του Σπένγκλερ, εμάς τους συγχρόνους «Δυτικούς», θα συμβεί δε με την αμετάβλητο και αμετάκλητο δύναμη ενός πεπρωμένου. Ανάλογες εικασίες και παραδοχές με αυτές του Σπένγκλερ δεν είναι ξένες στο σύγχρονο ουτοπικό μυθιστόρημα.

Εξ αρχής εκτροχιασθείσες από την λεωφόρον της «πολιτικής ορθότητος» και την υποταγήν στην φαιά, κατατονική και άνοστον ανικανότητα των μετρίων, πιθανώς οι σπενγκλεριανές οπτικές παριστούν κάποιες από τις τελευταίες μεγάλες εμπνεύσεις που ανιχνεύονται, στο εξηντλημένο πεδίο της Δυτικής λογοτεχνικής δημιουργίας.

Αθανάσιος Κωνσταντίνου