Το Δημογραφικό Ζήτημα και κάποια Ιστορικά στοιχεία επί Τουρκοκρατίας

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2019 - 11:55

Το Δημογραφικό Ζήτημα και κάποια Ιστορικά στοιχεία επί Τουρκοκρατίας

Την 5η Νοεμβρίου 2019, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, του πρωθυπουργού του «μπολιάσματος» και του «καμαρώματος», καθώς και του υπουργού του «έξω και πέρα από κάθε δυνατότητα διαχείρισης», είπε ότι η αναλογία «σε καμία περίπτωση δεν θα είναι πάνω από το 1% του πληθυσμού ανά τοπική περιφέρεια». Ας δούμε όμως μερικά αδιάψευστα στοιχεία επί του θέματος αυτού, αλλά και απόψεις εγκρίτων ιστορικών του παρελθόντος.

Ο ιστορικός Ι. Φιλήμων (1798-1874) στο Δοκίμιο για την Φιλική Εταιρεία [1] μας παραδίδει πληροφορίες για την διάσταση που έλαβε του δημογραφικό κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας μέχρι και τα πρώτα βήματα συστάσεως του νεότερου Ελληνικού κράτους. Το δημογραφικό τον απασχόλησε διότι υποστήριζε ότι έπρεπε να γίνει διανομή κτημάτων, από την εθνική περιουσία του νεοσύστατου κράτους, σε ακτήμονες Έλληνες. Όπως χαρακτηριστικά γράφει: Ο Έλλην ούτως έφθανε να μην έχη μάλιστα το δίκαιον της κυριότητος μήτε σπιθαμής γης, μήτε κατοικίας (σ. 25)

Το πρώτο θέμα που τον απασχολεί είναι η ποιότητα και η ποσότητα των ανθρωπίνων δυνάμεων του τόπου. Η πολυανθρωπία δεν συνιστά την δύναμιν. Η αμάθεια και η αταξία είναι ο ολεθριώτερος εχθρός και της πλέον κολοσσαίας Επικρατείας. Σημειώνει δε ότι αποτέλεσμα της βαρβαρότητος γέννησε το οθωμανικό αξίωμα: Πας μη Τούρκος ουκ άνθρωπος (σελ. 72). Σε άλλο σημείο του Δοκιμίου του κάνει αναφορά στο παιδομάζωμα, το οποίο δικαιολογεί από τουρκικής πλευράς στις λιποταξίες των Τουρκομάνων κατά την περίοδο του Ορχάνη, όταν επενόησε τον Τουρκισμό των Χριστιανικών παιδίων. Κορύφωση του παιδομαζώματος αποτελεί η περίοδος του 16ου αιώνος, κατά τον οποίον οι απώλειες αίματος ήταν έν παιδίον εξ εκάστης Ελληνικής Οικογενείας (σελ. 13). Το κοράνιο δικαιολογεί την ενέργεια αυτή, αφού η αλλαγή θρησκείας επιβάλλεται, μάλιστα καταγράφεται ο ισχυρισμός του, ότι: Καθέν βρέφος γεννάται με τον χαρακτήρα του Ισλαμισμού, οι δε γονείς του είναι εκείνοι, οι οποίοι το βιάζουν εις τον Ιουδαϊσμόν, ή τον Χριστιανισμόν, ή την Ειδωλολατρείαν (σελ. 14). Άλλωστε, οι Τούρκοι δεν είχον εθνισμόν πολιτικόν, αλλά θρησκευτικόν (σελ. 122).     

Δεν τον βαραίνει η πληθυσμιακή αναλογία στην χερσόνησο του Αίμου. Συγκεκριμένα σημείωσε ότι: Μ’ όλην την πολυγαμίαν των  Τούρκων ο εις την Ασίαν πληθυσμός των ήρχισε ελαττούμενος από τινος καιρού. Δίνει δε λεπτομερή στοιχεία για την κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Τουρκία, όπου κατοικούν 3.000.000 Τούρκοι, οι δε Έλληνες μ’ όλους τους καταδιωγμούς αριθμούνται εις 2.000.000. Συμπληρώνει με στοιχεία των Βορείων Εθνών που τα ενώνει με τους Έλληνες η Θρησκεία, ως εξής: Σέρβοι 1.800.000, Βούλγαροι 1.500.000 και Μολδαυόβλαχοι 1.500.000. Συμπεραίνει έτσι ότι οι Χριστιανοί ήσαν τετραπλάσιοι (7.800.000), (σελ. 73).

Το δεύτερο θέμα που τον απασχολεί, συνδυάζεται με το πρώτο και αφορά στην ποιότητα. Πόλεμο και πνευματικό ανταγωνισμό βλέπει στην πράξη. Ο Έλλην έβλεπε ότι και μη έχων ισόπαλα τα μέσα δύναται να παρατάξει κατά του τυράννου του την θέλησιν και την επιμονήν του (σελ. 69).

Ο Σπ. Τρικούπης (1788-1873) μας παραδίδει μια απογραφή, κατ’ επαρχίαν αριθμόν των Τούρκων και των Ελλήνων επί της επαναστάσεως του 1821.[2] Παρότι οι περισσότεροι εκ των Τούρκων ήσαν στην πραγματικότητα εξισλαμισμένοι Έλληνες και τα συμπεράσματα δεν είναι ασφαλή, διαπιστώνεται ότι το 9% δεν ήταν Χριστιανοί.[3] Αυτό το ποσοστό εξαφανίσθηκε με την ολοκλήρωση του Αγώνα, ενώ η μείωση του χριστιανικού πληθυσμού ήταν μεγαλύτερη του 58.200.[4]

Άξιο σημειώσεως επί της απογραφής αυτής είναι ότι τα υψηλά ποσοστά Τούρκων εμφανίζονται σε Τρίπολη, Μονεμβασιά, Ναύπλιο, Μοθώνη, Νεόκαστρο, Λάλα και Πάτρα. Τούτο διότι προφανώς πρόκειται για στρατεύματα κατοχής. Αυτά μετά τις ελληνικές νίκες αποδεκατίσθηκαν [5] ή αιχμαλωτίσθηκαν [6] ή διέφυγαν [7]. Οι απώλειες των Τούρκων ήταν τεράστιες, οι αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν στην Τουρκία (αφού προηγουμένως τους αφαιρέθηκε ο οπλισμός, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις τους αφαιρέθηκε ακόμη και η κινητή περιουσία ως αντάλλαγμα για την μεταφορά τους κυρίως με πλοία), τέλος, σύνηθες φαινόμενο ήταν μετά την νίκη να μην ακολουθεί η καταδίωξη και να επιτρέπεται η φυγή. Οι περισσότεροι διέρρευσαν προς την Αλβανία και την Μικρά Ασία. Το τελευταίο αποτέλεσε και την αιτία πολλών διαφωνιών στο εσωτερικό της τότε χώρας.

Ο Σπ. Τρικούπης, στην εξιστόρηση των γεγονότων της επαναστάσεως, τοποθετεί μετά την απόφαση για την ανάγκη στρατολογήσεως 17.600 ανδρών, από τους προκρίτους στο Άργος, την 8η Ιουνίου 1822, ένα θρησκευτικό ζήτημα.[8] Τότε, πολλοί Έλληνες κινούμενοι από θρησκευτικό ζήλο εβάπτιζαν πολλούς εκ των αιχμαλώτων θέλοντας και μη. Η κυβέρνηση και η γερουσία αντέδρασαν και απηγόρευσαν το βάπτισμα ως έργο όχι προαιρέσεως αλλ’ ανάγκης. Η γερουσία μετέβαλε άποψη και πρότεινε στην  κυβέρνηση από τον Μάιο να διατάξει δια του Υπουργείου Εκκλησιαστικών τους αρχιερείς και ιερείς να βαπτίζουν προηγουμένης της απαιτουμένης κατηχήσεως. Ο Υπουργός, επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ, ως φιλάνθρωπος γνωμοδότησε να βαπτίζονται μόνον τα εντός του δωδεκάτου έτους παιδία αλλά και αυτά επί τη συναινέσει των γονέων των, ομοίως και αι νέαι γυναίκες όσαι προηρούντο. Το βουλευτικό επρόβαλε να δέχεται η του Χριστού εκκλησία άπαντας τους μετά πίστεως και εκουσίως προσερχομένους άνδρας και γυναίκας, αφ’ ου κατηχούντο και αν ήτο η πίστις επί των άκρων των χειλέων.

Τέλος υπερίσχυσαν οι παρατηρήσεις του νομοτελεστικού: ν’ αναγεννώνται δια της θείας κολυμβήθρας οι εντός του δωδεκάτου έτους προσερχόμενοι άρρενες συναινέση των γονέων των, αι δε γυναίκες πάσης ηλικίας.

Η άποψη του Τρικούπη είναι ότι: Βέβαιον είναι ότι το βάπτισμα εζητείτο παρά των Οθωμανών εις αποφυγήν των δεινών και όχι κατά συνείδησιν. Δεν έπρεπε δε μήτε υπό την πολιτικήν έποψιν να γίνονται δεκτοί  οι τοιούτοι απλώς και ως έτυχε. Διότι όντες κρυφίως θανάσιμοι εχθροί της πίστεως και της ελευθερίας των Ελλήνων εδύναντο εισχωρούντες εις την πολιτικήν ή στρατιωτικήν υπηρεσίαν του κράτους δια του καθ’ υπόκρισιν Χριστιανισμού να γείνωσιν επικίνδυνοι. Παράδειγμα πρόσφατον είχαν οι Έλληνες το προ ολίγου συμβάν εν Λειβαδεία, όπου πολλοί αιχμάλωτοι εβαπτίσθησαν, αλλ’ αφ’ ου εισέβαλαν εις την πόλιν εκείνην οι υπό τον Μεχμέτ-πασάν και Ομέρ-πασάν, απέπτυσαν το βάπτισμα και εμάνησαν κατά των Χριστιανών έτι μάλλον ως βιασθέντες εξ αιτίας όσων έπασχαν να εξομόσωσιν.

Τα ανωτέρω διατυπώνονται ως ιστορικά γεγονότα, για να μην παρασυρόμαστε από τους επιρρεπείς, σε αδύνατες φιλίες ή ακόμη και ενσωματώσεις, μαθαίνοντας από τα λάθη του παρελθόντος.

Τέλος, κρίνεται σκόπιμη η παράθεση της φωτογραφίας από μεγάλη ελαιογραφία του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, που παριστάνει σκηνή από την σφαγή της Χίου. Είναι αντίγραφο του έργου που φιλοτέχνησε ο Γάλλος φιλέλλην ζωγράφος Eugene Delacroix εμπνευσμένος από την άγρια καταστροφή της πλούσιας νήσου Χίου από τους Τούρκους το 1822. Το αντίγραφο είναι έργο του Λυκούργου Κογεβίνα (1920). Το πρωτότυπο βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου. [9]

Β. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

 


[1] Ι. Φιλήμονος, Φιλική Εταιρία. Αθήναι: Καραβία, 1834, σ.σ. 13-14, 25, 69, 72-73 και 122.

[2] Σπ. Ι. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Α΄, Αθήνα: Δημιουργία, 1996, σελ. 390.

[3] Η κατάσταση ήταν παρόμοια (ίσως και καλύτερη) στην υπόλοιπη Ελλάδα. Ανάλογος του Μοριά ήταν ο πληθυσμός της Ρούμελης, οι μουσουλμάνοι ήταν σχεδόν ανύπαρκτοι στα νησιά των Κυκλάδων και σαφής μειοψηφία σε άλλα νησιωτικά συμπλέγματα, πολλά δε αυτοδιοίκητα.

[4] Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική ιστορία της νεοτέρας Ελλάδος, τ. 1ος. Αθήναι: ΠΑΠΥΡΟΣ, 1966, σελ. 132.

[5] Συνέβη σφαγή ανωφελής και ανηλεής πολλών χιλιάδων οσμανιδών, ως βεβαιούται, επί της αλώσεως της Τριπόλεως. (Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 7ος. Αθήναι: Νίκας (8η έκδοσις), 1932, σελ. 71).

[6] Κυρίως για την ανταλλαγή αιχμαλωτισθέντων Ελλήνων.

[7] Μετά την άλωση της Τριπόλεως διέφυγαν δια του Κορινθιακού. Μετά την μάχη του Λάλα διέφυγαν διά των Πατρών. Εξαίρεση αποτέλεσαν οι παραδοθέντες στην Ακροκόρινθο, οι οποίοι επρόκειτο να μεταφερθούν στην Μικρά Ασία, όμως σύμφωνα με τον Φραντζή τρικυμίας επιπεσούσης εις την θάλασσαν επνίγησαν άπαντες, ενώ σύμφωνα με τον Διον. Κόκκινο (1884-1967): ο Μαρκίζης κατόπιν συνεννοήσεως με τον Πανουργιάν, τους έπνιξε όλους, μόλις τα πλοία επέρασαν εις το ανοικτόν πέλαγος. Ο Πανουργιάς είχε την γνώμη ότι δεν έπρεπε να μεταφερθούν στην Τουρκία, δια να μην δώσουν πληροφορίας δια τας δυνάμεις της επαναστάσεως και τα πράγματα της Πελοποννήσου γενικώς, αλλά διότι πίστευε ότι δεν έπρεπε να μείνη κανείς Τούρκος ζωντανός, εφ’ όσον αυτό εξηρτάτο από τους Έλληνας, ήθελε να τους σφάξη. Είχαν γίνει γνωστά άλλωστε εις την Πελοπόννησον όσα συνέβησαν εις την Σμύρνην (σ.σ. Ιουνίου 1821) κατά των Ελλήνων κατοίκων υπό των μεταφερθέντων και αποβιβασθέντων εκεί Τούρκων της Μονεμβασιάς. Εάν δε σε όλα αυτά προστεθεί η βίαια αντιμετώπιση των Κωνσταντινουπολιτών (σ.σ. και του Πατριάρχη), αλλά και των Χίων, μπορούμε να αντιληφθούμε την αιτία αυτής της μεταβολής στην συμπεριφορά των Ελλήνων.  (Κόκκινος Διον., Η Ελληνική Επανάστασις, τομ. 4ος. Αθήναι: Μέλισσα, 1956, σελ. 187.)

[8] Σπ. Ι. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Β΄, Αθήνα: Δημιουργία, 1996, σελ. 256.

[9] Το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αθήνα: Ιστορική Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 1994, σελ. 14.