Via Dolorosa Europae Orientalis (Μέρος 1)

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2020 - 08:27

Via Dolorosa Europae Orientalis (Μέρος 1)

Με την πάροδον του χρόνου, γύρω από το πελώριον ζήτημα του Β΄ Μεγάλου Πολέμου, των αποτελεσμάτων και των παρενεργειών του, συσσωρεύονται πλην της (ευλόγου) προπαγανδιστικής προσεγγίσεως, η ημιμάθεια και η γενικευμένη αμνησία, ώστε σχηματίζονται πολυάριθμα λογικοφανή και παντελώς σφαλερά συμπεράσματα.

Επί παραδείγματι: oι Δυτικοευρωπαίοι και οι Αμερικανοί ουδέποτε ήσαν αδιάφοροι προς τον σοβιετικό κομμουνισμό, ούτε πριν από τον πόλεμον, ούτε βεβαίως αργότερον. Στις περισσότερες δυτικές πρωτεύουσες, πολύ πριν από το 1945, είχαν προκύψει πολυάριθμες σοβαρές συζητήσεις γύρω από την φύση του τότε νέου μπολσεβικικού καθεστώτος και γενικότερον για τον κομμουνισμό. Ήδη από του 1918 οι αμερικανικές εφημερίδες έγραφαν συχνάκις ζωηρά άρθρα περί του «Ερυθρού Κινδύνου». Στην Ουάσινγκτον, στο Λονδίνο και στο Παρίσι, μέγα μέρος των δημοσίων συζητήσεων κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 ήταν αφιερωμένο στην κομμουνιστικήν απειλή κατά της φιλελευθέρας αστικής δημοκρατίας.

Ακόμα και κατά την διάρκειαν της πολεμικής συμμαχίας με τον Στάλιν, η πλειοψηφία των Βρετανών και Αμερικανών πολιτικών οι οποίοι ησχολούντο αμέσως με την Σοβιετικήν Ένωση είχε πολλές αμφιβολίες ως προς τις μεταπολεμικές της προθέσεις και διετήρει εξόχως σαφή κατανόηση της φύσεως του καθεστώτος της. «Αλίμονον, οι γερμανικές αποκαλύψεις είναι μάλλον αλήθεια.

Οι Μπολσεβίκοι ημπορούν να είναι πολύ σκληροί !», εδήλωσεν με απαθή κυνισμό στους συντετριμμένους εξορίστους Πολωνούς ηγέτες ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, όταν οι Γερμανοί απεκάλυψαν τα φρικώδη υπολείμματα χιλιάδων αιχμαλώτων Πολωνών αξιωματικών, θαμμένων στο δάσος του Κατύν, όπου είχαν δολοφονηθεί κτηνωδώς από την σοβιετική μυστική αστυνομία NKVD. [Διάλεξη του Καθηγητή Martin Gilbert, με θέμα «Τσώρτσιλ και Πολωνία», δοθείσα στο Πανεπιστήμιον της Βαρσοβίας, την 16η Φεβρουαρίου 2010. (Anne Applebaum, «Σιδηρούν παραπέτασμα-Η συντριβή της Ανατολικής Ευρώπης, 1944-1956», εκδόσεις Doubleday, 2012, σημείωση 49)]

[Ο Sir Μάρτιν Τζων Γκίλμπερτ (Martin John Gilbert, 1936 -2015) ήταν Βρετανός ιστορικός, καθηγητής και ισόβιος συνεργάτης του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Υπήρξεν συντάκτης ογδόντα οκτώ βιβλίων, συμπεριλαμβανομένων έργων για τον Ουίνστον Τσώρτσιλ, τον 20ον αιώνα, και την εβραϊκή ιστορία (περιλαμβανομένου του Ολοκαυτώματος). Ο Γκίλμπερτ εγεννήθη στο Λονδίνο, ως πρώτον παιδί του Πήτερ Γκίλμπερτ, κοσμηματοπώλη του βορείου Λονδίνου και της συζύγου του Μύριαμ. Το αρχικόν όνομα της οικογενείας ήταν Γκόλντμπεργκ. Και οι τέσσαρες παππούδες του είχαν γεννηθεί στην Ζώνη Περιορισμού των Εβραίων στην τσαρική Ρωσία (σημερινή Πολωνία και Λιθουανία). Ο ίδιος ο καθηγητής εδήλωσεν ότι ενδιεφέρθη για «εβραϊκά πράγματα» από νεαράς ηλικίας, επισημαίνων μάλιστα ότι στο σχολείον «μία ή δύο φορές αντιμετώπισα προβλήματα για τις σιωνιστικές μου δραστηριότητες». Στην συνέχεια των σπουδών του ολοκλήρωσε δύο της στρατιωτικής του θητείας στο…. Σώμα Πληροφοριών. Ήταν μέλος της διαβοήτου «Ερεύνης Τσίλκοτ» (Chilcot Inquiry) σχετικώς με τον ρόλον του Ηνωμένου Βασιλείου στον πόλεμο του Ιράκ, στην οποίαν συμμετείχαν ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί και μέλη των υπηρεσιών πληροφοριών και ασφαλείας.

Για να καταστεί αντιληπτόν το μέγεθος και το βάρος αυτού του δρωμένου, επισημαίνεται πως η εν λόγω έρευνα ανεκοινώθη το 2009 από τον Βρετανό πρωθυπουργό Γκόρντον Μπράουν (Gordon Brown) και εδημοσιεύθη το 2016 με δημοσία δήλωση του προέδρου της Sir Τζων Άντονυ Τσίλκοτ (John Anthony Chilcot). Στις 6 Ιουλίου 2016, ο Τσίλκοτ ανεκοίνωσεν την δημοσίευση της εκθέσεως, περισσότερον από επτά έτη μετά την ανακοίνωση της ερεύνης. Συνήθως αναφέρεται από τα ΜΜΕ ως «Έκθεση Τσίλκοτ». Το καταληκτικόν έγγραφον ανέφερεν ότι, κατά την στιγμή της εισβολής στο Ιράκ το 2003, ο Σαντάμ Χουσεΐν δεν απετέλει επείγουσα απειλή για τα βρετανικά συμφέροντα, ότι οι πληροφορίες σχετικώς με τα όπλα μαζικής καταστροφής του Ιράκ επαρουσιάσθησαν με ανεξακρίβωτον βεβαιότητα, ότι δεν είχαν εξαντληθεί ειρηνικές εναλλακτικές λύσεις του πολέμου, ότι το Ηνωμένον Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν υπονομεύσει την εξουσίαν του «Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών», ότι η διαδικασία προσδιορισμού της νομικής βάσεως για παρέμβαση ήταν «μακράν της ικανοποιητικής» και ότι εν τέλει ο πόλεμος ήταν περιττός!] -Προφανώς ο καθηγητής Γκίλμπερτ δεν ημπορεί να κατηγορηθεί ως …. «φασίστας» ή να θεωρηθεί ως ασήμαντος και αβαρής-.

Ο Τζορτζ Φροστ Κέναν (George Frost Kennan, 1904-2005), ο Αμερικανός διπλωμάτης ο οποίος διεμόρφωσεν την μεταπολεμική πολιτική της Αμερικής έναντι της ΕΣΣΔ, έζησε προ του Β’ Μεγάλου Πολέμου πολέμου επί αρκετά έτη στην Μόσχα, απ’ όπου όπως αναφέρει χαρακτηριστικώς ο Αυστραλός δημοσιογράφος και ιστορικός συγγραφεύς Πίτερ Γκρος (Peter Grose), [στο βιβλίον του «Επιχείρηση “Αναδίπλωση” – O μυστικός πόλεμος της Αμερικής όπισθεν του Σιδηρού Παραπετάσματος» (Νέα Υόρκη, 2000), σελίς 2] «….εβομβάρδιζε τα χαμηλότερα επίπεδα της γραφειοκρατίας της Ουάσινγκτον με αναλύσεις του κομμουνιστικού κακού». Είχε δηλαδή ο Κέναν σαφή αντίληψη περί της σοβιετικής απειλής. Απλώς δεν έγινε εγκαίρως παραδεκτός από τους προϊσταμένους του («χρησίμους ηλιθίους» ή αγοραίους συνοδοιπόρους των μπολσεβίκων).

Ο Ντιν Άτσεσον (Dean Acheson, 1893-1971), τότε Υφυπουργός Εξωτερικών, συνέκρινε χαρακτηριστικώς και ειρωνικώς τις εξελισσόμενες διαπραγματεύσεις με τους Σοβιετικούς αντιπροσώπους το θέρος του 1944, με «συνδιαλλαγή προς έναν αυτόματο πωλητή παλαιάς κοπής ... Κάποιες φορές θα ημπορούσε κανείς να επιταχύνει την διαδικασία σείων το μηχάνημα, αλλά ήταν άχρηστο να του ομιλεί» [στο βιβλίον απομνημονευμάτων του ιδίου : «Παρών κατά την Δημιουργία – Τα χρόνια μου στο Υπουργείον Εξωτερικών», Νέα Υόρκη, 1987, σελίς 85, κεφάλαιον «Διαπραγματεύσεις Δανεισμού – Εκμισθώσεως με την Μόσχα»].

Όχι βεβαίως ότι οι διαπιστώσεις των «αφυπνισμένων» αντικομμουνιστών παρατηρητών είχαν πράγματι σημασία υπό τις τότε εξελισσόμενες περιστάσεις. Στα απομνημονεύματά του, ο Άτσεσον συνόψισε τις παρατηρήσεις του σχετικώς με τις διαπραγματεύσεις, παρατηρών ότι «Για εμάς εντός του Κράτους, αυτό το απογοητευτικό ρωσικό διάλειμμα συντόμως ελησμονήθη εν μέσω των μεγαλυτέρων γεγονότων που επέκειντο». Στην πραγματικότητα, κατά την διάρκειαν του πολέμου η Ουάσινγκτον και το Λονδίνο είχαν σχεδόν πάντοτε κάποια «μεγαλύτερα γεγονότα» για να ανησυχούν, τουλάχιστον δε μέχρι το 1945 εσυνέχισαν να θωπεύουν τους «ενδόξους Σοβιετικούς συμμάχους». Μέχρις του τέλους του πολέμου, η τερατώδης σοβιετική συμπεριφορά στην Ανατολική Ευρώπη ήταν πάντοτε ένα θέμα δευτερευούσης σημασίας.

Αυτό πουθενά δεν είναι σαφέστερον από ό,τι στις επίσημες και ανεπίσημες αναφορές των διασκέψεων της Τεχεράνης και της Γιάλτας (28 Νοεμβρίου - 1 Δεκεμβρίου του 1943 και τον Φεβρουάριον του 1945 αντιστοίχως), όπου ο Στάλιν, ο Ρούσβελτ και ο Τσώρτσιλ απεφάσισαν γιά την τύχην ολοκλήρων ευρωπαϊκών εθνών και χωρών με εκπληκτικήν αδιαφορία και άνεση.

Όταν από την πρώτην συνάντηση των «Τριών Μεγάλων» Συμμάχων στην Τεχεράνη προέκυψεν το θέμα των συνόρων της Πολωνίας, ο Τσώρτσιλ είπε στον Στάλιν ότι θα ημπορούσε να κρατήσει το τμήμα της ανατολικής Πολωνίας που είχε κατακτήσει το 1939 (!) και ότι η Πολωνία, ως ανταποδοτικήν αμοιβήν της, ημπορούσε να «μετακινηθεί προς Δυσμάς, όπως οι στρατιώτες εκτελούντες “δύο βήματα αριστερά”». Στην συνέχειαν «απέδειξε με την βοήθεια τριών... σπιρτοξύλων την ιδέα του περί μιας Πολωνίας μετακινουμένης προς Δυσμάς». [Και πάλιν «Τσώρτσιλ και Πολωνία» του Gilbert].

Στην Γιάλτα, ο Ρούσβελτ ανέφερεν ότι τα ανατολικά σύνορα της Πολωνίας ημπορεί να συμπεριλάβουν την πόλη του Λβοφ και τα πετρελαϊκά πεδία γύρω από αυτήν. Ο Στάλιν εφάνη κατ΄αρχήν προσηνής, αλλά περιέργως ουδείς επέμεινε περαιτέρω επί του θέματος και η εν λόγω ιδέα εξέπεσεν. Έτσι, απεφασίσθησαν οι εθνικές ταυτότητες εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων !

Η αμερικανική μεταπολεμική (και ιδίως μεταψυχροπολεμική) εξήγηση είναι πως κανένα από αυτά τα δρώμενα δεν ήταν αντανάκλαση κακοβουλίας προς την ανατολικοευρωπαϊκή περιοχή ή βλακώδους αγνοίας της, απλώς η Ουάσινγκτον είχε «διαφορετικές προτεραιότητες». Το κύριον μέλημα του … ευαισθήτου φιλανθρώπου Ρούσβελτ στην Γιάλτα ήταν το σχήμα των νέων «Ηνωμένων Εθνών», το οποίον εθεώρησεν ως μόρφωμα ικανόν να εμποδίσει τον πόλεμο στο μέλλον, εχρειάζετο δε την σοβιετικήν συνεργασία για να κατασκευάσει αυτό το νέο και σωτήριον διεθνές σύστημα. Ήθελεν επίσης την σοβιετικήν βοήθεια για εισβολή στην Μαντζουρία, καθώς και την χρήση των ρωσικών βάσεων στην Άπω Ανατολή.

Αυτές οι ανησυχίες ήσαν βεβαίως σημαντικότερες για αυτόν απ' ό,τι ήταν η μοίρα της Πολωνίας, της Τσεχίας και της Σλοβακίας, ενώ υπήρχαν και άλλα ζητήματα μείζονος ενδιαφέροντός του, όπως η λήξη της ιταλικής μοναρχίας και η αναδιανομή των πετρελαίων της Μέσης Ανατολής. Παρ’ όλον που για τα μεταπολεμικά σχέδια του Στάλιν η Ανατολική Ευρώπη είχε κομβικόν ρόλο, για τον Αμερικανό πρόεδρο είχε μόνον δευτερεύον περιθωριακόν ενδιαφέρον. [Υφίσταται μια ενδελεχής ανάλυση αυτής της ιστορικοπολιτικής πτυχής στο πόνημα των Άντονι Καμίνσκι (Antoni Kamiński) καθηγητή κοινωνιολογίας στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών της Πολωνικής Ακαδημίας Επιστημών και Μπαρτλομέϊ Καμίνσκι (Bartłomiej Kamiński) καθηγητή πολιτειολογίας στο Πανεπιστήμιον του Μέρυλαντ, «Ο δρόμος προς την “λαϊκή Πολωνία” : Η κατάκτηση του Στάλιν επανεξετασθείσα». Το κείμενον αποτελεί αυτοτελές κεφάλαιον στο συλλογικόν έργον: «Ο σταλινισμός επανεξετασθείς: Η εγκαθίδρυση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην ανατολική κεντρική Ευρώπη και η δυναμική του σοβιετικού μπλοκ», έκδοση μερίμνη του Βλαντιμίρ Τισμανεάνου (Vladimir Tismaneanu) καθηγητή κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιον του Μέρυλαντ του (Νέα Υόρκη & Βουδαπέστη, 2009), σελίδες 205-11]

Μέχρι την επoμένη μεγάλην τριμερή σύνοδον κορυφής στην Γιάλτα (Φεβρουάριος 1945), η Πολωνία ευρίσκετο ήδη υπό σοβιετικόν έλεγχο. Κατά το χρονικόν διάστημα από 4 έως 11 Φεβρουαρίου του 1945 ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ρούζβελτ, ο ηγέτης της ΕΣΣΔ Στάλιν και ο Βρετανός Πρωθυπουργός Τσώρτσιλ, συνηντήθησαν στην Γιάλτα της Ρωσίας για την πραγματοποίηση της δευτέρας συνόδου κορυφής. Εκεί συνεφώνησαν από κοινού στις «κατευθυντήριες αρχές», (οι οποίες θα ετηρούντο και στην επομένη διάσκεψη του Πότσνταμ) για τον καθορισμόν της νέας συστηματικής περιφερειακής και οικονομικής αναδιατάξεως του μεταπολεμικού κόσμου. Ή τουλάχιστον τέτοια είναι η άποψη η παρατιθέμενη στα βιβλία ιστορίας που απολαμβάνουν την ευαρέσκεια των παγκοσμίων καθεστωτικών δυνάμεων, (δηλαδή στα μόνα επιτρεπτά στα σχολεία, στα πανεπιστήμια, στους ακαδημαϊκούς κύκλους και στις βιβλιοθήκες). Σε αυτά καταγράφεται ότι, οι αποφάσεις που ελήφθησαν στην συνέχεια από τους νικητές, ήσαν εμπνευσμένες από το «καλό της ανθρωπότητος» και βεβαίως απεσκόπουν στην εξασφάλιση ενός «μέλλοντος ειρήνης και ευημερίας για ολόκληρο τον κόσμο» !

Κατά την «Διάσκεψη της Γιάλτας» η οποία επραγματοποιήθη στο ανάκτορον Livadia, εγγύς της πόλεως της Γιάλτας τα θέματα που διεπραγματεύθησαν οι «Τρεις Μεγάλοι» εσχετίζοντο με την μεταπολεμική πολιτική στις κατεχόμενες από την Γερμανία χώρες, αλλά και με την τύχη των χωρών - συμμάχων της. Όντως, επί επτά ημέρες οι αρχηγοί των νικητών εκαθόρισαν εκεί την μορφή που θα είχεν ο μεταπολεμικός κόσμος.

Αθανάσιος Κωνσταντίνου