Ωδή στο Ηπειρώτικο μοιρολόι

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2020 - 07:43

Ωδή στο Ηπειρώτικο μοιρολόι

Σε μια εποχή που το «τέρας» της παγκοσμιοποίησης και του πολυπολιτισμού απειλεί την αυθεντία και την μοναδικότητα του Λαϊκού Πολιτισμού και Παράδοσης κάθε Έθνους, μπορούμε να διασχίσουμε ένα ανιχνευτικό μονοπάτι σε μια ιδιαίτερη δομή της Ελληνικής Λαϊκής Παράδοσης, το Ηπειρώτικο Μοιρολόι. Καθώς το παρόν πρέπει να έχει γερές βάσεις στο παρελθόν και η πορεία προς το μέλλον πρέπει να διαθέτει γερές σκάλες αναρρίχησης, η γνωριμία, η μελέτη και η αξιοποίηση μιας πολύ ξεχωριστής πτυχής του Ελληνικού Δημοτικού Τραγουδιού, του Ηπειρώτικου Μοιρολογιού, μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε την σπουδαία σημασία του στην εποχή της επιχείρησης καταστροφής των Εθνικών Πολιτισμών και των Λαϊκών Παραδόσεων, ακριβώς επειδή η εσωτερική έκφρασή τους αποτελεί ένα πεδίο αποτύπωσης της Λαϊκής ωριμότητας σε αισθητικό και πνευματικό επίπεδο.

Καθώς σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η μουσική μιμείται χαρακτήρες και συμπεριφορές, μια ερμηνεία του μπορεί να αποδοθεί ως το ότι ο ακροατής λειτουργεί ως αντανάκλαση του χαρακτήρα της μουσικής και του βαθύ περιεχομένου της. Υπάρχει ο καλλιτέχνης, ο οποίος κουβαλά την εικόνα του δικού του χαρακτήρα μέσα στο μουσικό έργο που εκτελεί, υπάρχει όμως και το ίδιο το μουσικό κομμάτι, ανεξάρτητο από τον μουσικό και το ακροατήριό του, που προκαλεί με έναν αόρατο μα τόσο αισθητό τρόπο την ηθική υποχρέωση απέναντι στην μουσική ιερότητα ενός αγαπημένου Τόπου, στον συνθέτη και την κοινότητα που τον γέννησε. Η Ηπειρώτικη Μουσική, και ιδίως το Ηπειρώτικο Μοιρολόι, όχι μόνο ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία, αλλά κυριολεκτικά ζουν και αναπνέουν απ’ αυτό.

Η μέχρι σήμερα επιβίωση και συνεχιζόμενη αντίσταση της Ηπειρώτικης Μουσικής σε ανίερους «πειραματισμούς» και «συγχωνεύσεις» βοηθιέται από την ιστορικά ριζωμένη και γεωγραφική δύσβατη τοποθέτηση των σημαντικότερων κέντρων εξάσκησης και εφαρμογής της, καθώς με δεδομένο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης οι τοπικές κοινότητες έδειξαν τεράστια εμπιστοσύνη στην Καταγωγή τους, την Ιστορία και τις Λαϊκές-Μουσικές Παραδόσεις τους.

Ο Αυθεντικά Λαϊκός χαρακτήρας της Ηπειρώτικης Μουσικής Πανδαισίας οδηγεί τους Ανθρώπους των Βουνών να λειτουργούν με την απαιτούμενη χρονοκαθυστέρηση απέναντι σε νεωτερισμούς και «μεταποιήσεις». Μια μεγάλη Οικογένεια, με κοινές ιστορίες, βιωματικές εμπειρίες και κληρονομημένους κώδικες Τιμής και Αφοσίωσης, είναι δύσκολο να αφομοιωθεί και να απορροφηθεί από την παγκόσμια μονοκαλλιέργεια ιδεών, που λειτουργούν σήμερα ως «χωνευτήρες» Εθνών και Λαών. Γι’ αυτό και στην σημερινή εποχή, όπου Φυλές, Έθνη, Λαοί, Γλώσσες, Παραδόσεις αλέθονται από τον μύλο της παγκοσμιοποίησης, της πολυπολιτισμικότητας και της ετερογενοποίησης πληθυσμών που αυτές δημιουργούν, η διατήρηση της αυθεντικότητας και της ανθεκτικότητας (και) στην Ηπειρώτικη Μουσική Παράδοση λειτουργεί ως αντίδοτο και αλεξικέραυνο στις δηλητηριάσεις και τις ηλεκτρικές εκκενώσεις που προκαλούν εκείνοι που θέλουν να εξαφανίσουν τις Φυλές, τα Έθνη, τους Πολιτισμούς.

Η μεγάλη δύναμη της Ηπειρώτικης Μουσικής είναι ότι καταφέρνει όχι απλώς να αγγίζει, αλλά να κατακτά τις ψυχές των ανθρώπων, έχοντας ρίζες που οι άκρες τους φτάνουν μέχρι την Αρχαιότητα, καθώς η δομή και η τακτική της βασίζεται στην πεντατονική των Αρχαίων Ελλήνων, από τον αυλό και την άρπα. Το κλαρίνο είναι εκείνο το μουσικό όργανο που παίζει τον κυριότερο ρόλο στην απόδοση της Ηπειρώτικης ηχητικής μελωδίας.

Ένας μεγάλος, ο μεγαλύτερος, ίσως, δεξιοτέχνης του κλαρίνου στην Ελλάδα, ο Πέτρος Λούκας-Χαλκιάς, είχε πει (πολύ σωστά) τα εξής για την άρρηκτη σχέση του ανθρώπου-καλλιτέχνη με το όργανο-κλαρίνο: «Ο άνθρωπος που παίζει κλαρίνο πρέπει να είναι αξιοπρεπής, ειλικρινής. Όσο καλά κι αν παίζει κανείς, αν δεν είναι ειλικρινής θα λείπει πάντα κάτι από το παίξιμό του. Είναι μια τέχνη που μπορεί να διδαχτεί, αλλά μόνο σε ανθρώπους που αγαπούν πολύ αυτήν την μουσική και νιώθουν βαθιά μέσα τους την σημασία και την μοναδικότητά της». Ένας απλός λαϊκός άνθρωπος, ο οποίος μπορεί να μην έχει «πτυχία», αλλά νιώθει εξ ολοκλήρου την Ζωή, καθώς, όπως πολύ σωστά και ο ίδιος σημειώνει, «το ζητούμενο δεν είναι μόνο το παίξιμο στο κλαρίνο, αλλά τι νιώθεις την ώρα αυτή». Για να βγάλει αγάπη το κλαρίνο πρέπει να του δώσεις αγάπη, με το μυστικό να κρύβεται στο να φαντάζεσαι το σπίτι σου, το χωριό σου, την ιδιαίτερη πατρίδα σου, όταν δίνεις πνοή και ζωή στο κλαρίνο και σε ό,τι αυτό με την σειρά του γεννά.

Είναι, άραγε, τυχαίο, ότι το παραδοσιακό ηπειρωτικό μοιρολόι «Ο χάρος με τους αποθαμένους» είναι αυτό που επέλεξε ο μέγιστος Γερμανός δραματουργός Γκαίτε, για να παρουσιάσει το φθινόπωρο του 1815 στους λογίους του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης το Ελληνικό Δημοτικό Τραγούδι, για το οποίο είπε χαρακτηριστικά είχε δηλώσει πως είναι «τόσο λαϊκό, αλλά και τόσο δραματικό, τόσο επικό και τόσο λυρικό, που αντίστοιχό του δεν υπάρχει στον κόσμο»; Ένα τραγούδι, το οποίο ξεκινάει ως φωνητικό μοιρολόι και στην συνέχεια γίνεται «χορευτικό» κομμάτι, με την εξέλιξη του τραγουδιού να συμβολίζει την μετάβαση των συναισθημάτων, την έκρηξη του θρήνου και μετά της χαράς, με αυτό να αποτελεί την Δύναμη και την Μαγεία του Ελληνικού Ηπειρώτικου Παραδοσιακού Τραγουδιού.

Με τις περισσότερες ηπειρωτικές ορχήστρες να αποτελούνται από κλαρίνο, βιολί, λαούτο και ντέφι, ο κλαρινίστας αποτελεί το κεντρικό σημείο αναφοράς της ορχήστρας και παίζει επαναλαμβάνοντας μια σειρά από κεντρικές φράσεις, ακολουθώντας μια πεντατονική κλίμακα. Έτσι, μπορεί να αναπτύσσει μοτίβα και διαθέσεις, μοναδικές σε κάθε περιοχή. Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις που την παράσταση κλέβει το βιολί.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το «Ηπειρώτικο Μοιρολόι», ένα από τα πλέον «στενόχωρα» μουσικά τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ, το οποίο ηχογράφησε στην Αμερική στις 20 Σεπτεμβρίου 1926, ο Έλληνας βιολιστής Αλέξης Ζουμπάς. Πρόκειται για ένα πεντατονικό μοιρολόι, το οποίο για άπειρα έτη τραγουδιόταν δίπλα στους φρεσκοσκαμμένους τάφους σε όλο το γεωγραφικό μήκος και πλάτος της Ηπείρου, με ιδιαίτερη έμφαση στην Βορειοηπειρωτική Γη. Η εκτέλεση του Ζουμπά είναι λίγο περισσότερο από τέσσερα λεπτά, χωρίς φωνή, ως επί το πλείστον αυτοσχεδιαστική, και έγινε συνοδεία κοντραμπάσου. Το πραγματικό ταλέντο στο, έτσι και αλλιώς, βιρτουόζικο παίξιμο του Ζουμπά, ήταν η ικανότητά του να αρθρώνει αισθητικά με εκφραστικότητα την «αποσύνθεση» του ανθρώπινου χαρακτήρα. Υπάρχει μια απτή «υστερία» στο παίξιμό του, κάθε νότα «τρέμει», λες και ο βιολιστής έχει προσφάτως υποστεί κάποια μεγάλη συναισθηματική κατάρρευση. Ποια ήταν, άραγε, η αίσθηση που τον «διέλυσε» μέσα σ’ εκείνο το στούντιο της Νέας Υόρκης; Μήπως το ότι επικαλούνταν τα δρώμενα στην ιδιαίτερη πατρίδα του, ακόμη κι αν αυτά αφορούσαν τον θάνατο και την ταφή, ενώ ο ίδιος ήταν τόσο μακριά απ’ αυτήν, χωρίς να γνωρίζει εάν τελικά θα τα καταφέρει ποτέ να επιστρέψει; Μήπως, όμως, μέσα στην οδύνη παρευρίσκεται ταυτόχρονα και η ελπίδα για ψυχική ανά(σ)ταση;

Η Ηπειρώτικη Μουσική, ακόμη και στις πιο ακραίες εκδηλώσεις θλίψης, δείχνει να έχει θεραπευτικές ιδιότητες και να λειτουργεί σαν «φάρμακο» για την ψυχή. Είναι μια αρχέγονη μουσική που ακούγεται σαν ίαμα. Στο άκουσμα ενός μοιρολογιού ή ενός σκάρου, έναν αυθεντικό οργανικό σκοπό, ο άνθρωπος νιώθει θλιμμένος, ταυτόχρονα όμως παρηγορημένος και πλήρης δυνάμεων για την συνέχεια, νιώθοντας ότι δεν του λείπει τίποτα. Καθώς στο Ηπειρώτικο Μοιρολόι δεν μπορούν να υπάρξουν σκηνοθετημένες «παραδοσιακές» τελετές, προορισμένες για δήθεν «ψαγμένους» τουρίστες, οι αληθινοί ακόλουθοί του πιστεύουν ότι έχει θεραπευτικό χαρακτήρα ως αντίκρουση στον βιωματικού χαρακτήρα πόνο της απώλειας προσφιλών προσώπων. Ότι αναστρέφει συγκεκριμένα είδη πόνων της καρδιάς και επεκτείνει συγκεκριμένες χαρές.

Τελειώνοντας, από την στιγμή που ο θάνατος μιας ηγετικής-ξεχωριστής μορφής και η κηδεία ή το μνημόσυνό του συμβάλλουν στην συγκρότηση και την διαφύλαξη της Εθνικής Μνήμης και Ιστορίας, ας αντιληφθούμε ότι (και) το Ηπειρώτικο Μοιρολόι αποτελεί ένα σημείο αποτύπωσης της αισθητικής, πνευματικής και πολιτικής ωριμότητας του Λαού μας. Γι’ αυτό και όταν η μοιρολογίστρα παρακινεί να μη θρηνούν τον νεκρό Στρατιώτη, λέγοντας «Χαλάλι του ο θάνατος γιατί λευτέρωσε λαό!», αμέσως η σκέψη μας πηγαίνει στον σύγχρονο Εθνομάρτυρα Κωνσταντίνο Κατσίφα και στο Ηπειρώτικο Μοιρολόι που τραγούδησε στην κηδεία του Αντρειωμένου ο Σάββας Σιάτρας, κάνοντάς μας να αναφωνήσουμε: «Χαλάλι του Κωνσταντίνου ο θάνατος, γιατί ελευθέρωσε τις Συνειδήσεις της Ελληνικότητάς μας»!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΣΤΟΡΑΣ